ΣΕΡΤΖΙΟ ΕΣΠΙΝΟΖΑ: «Ο Παναιγιάλειος για πάντα στην καρδιά μου!»

Οι πρώτες εικόνες από τη… γνωριμία μου με τον Παναιγιάλειο χρονολογούνται στα τέλη τής δεκαετίας του ΄70. Πρέπει να ήταν το 1979 όταν πήγα για πρώτη φορά στο Εθνικό, τότε, Στάδιο Αιγίου για να παρακολουθήσω από κοντά αγώνα τής «Μαύρης Θύελλας». Αν θελήσω να απομονώσω την πρώτη εικόνα που αντίκρισα μπαίνοντας στο γήπεδο, ήταν εκείνη με τον Θωμά Γερούκαλη να κάνει προθέρμανση μπροστά από την εστία του, λίγο πριν ξεκινήσει το παιχνίδι. Δεν θυμάμαι τον αντίπαλο, θυμάμαι όμως, σαν να ήταν χθες, την κίτρινη φανέλα που φορούσε, με την πράσινη μονωτική ταινία στο μπράτσο (το… περιβραχιόνιο αρχηγού) και το μαύρο σορτσάκι. Οι υπόλοιποι δέκα φορούσαν ομοιόμορφη ασπρόμαυρη στολή (δεν ήμουν τόσο… άσχετος από ποδόσφαιρο, απλά το αναφέρω για να δώσω μεγαλύτερη... έμφαση) και ανάμεσά τους διέκρινα μία φιγούρα που ξεχώριζε. Από το ύψος, την πλούσια κόμη, το διαφορετικό στυλ. Ήταν ο μοναδικός ξένος στην ομάδα, Αργεντινός στην καταγωγή, ο οποίος βέβαια είχε αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα και έπαιζε σαν Έλληνας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν και μέχρι σήμερα, ο Εσπινόζα Κλεμέντε – Σέρτζιο του Εδρούλφο (όπως είναι το πλήρες όνομά του) έγινε ένας από εμάς, ίσως περισσότερο Έλληνας από πολλούς συμπατριώτες μας και σαν ποδοσφαιριστής έγραψε τη δική του ξεχωριστή ιστορία, με το όνομά του να φιγουράρει με «χρυσά» γράμματα στο πάνθεον της ιστορίας του «Παναιγιάλειου Γυμναστικού Συλλόγου».

Από την Εθνική Αργεντινής στον Παναιγιάλειο

Ο Εσπινόζα γεννήθηκε στην Καπιτάλ Φεδεράλ στο κέντρο του Μπουένος Άϊρες της Αργεντινής, όπου ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στην ομάδα Κίλμες ΑΚ του Μπουένος Άιρες, μαζί με τον Έλβιο Μάνα και τον Ραούλ Βάλιαν, που επίσης ήρθαν στην Ελλάδα. Είχε βγει μία τρομερή «φουρνιά» τότε στην ομάδα με επτά παίκτες να φτάνουν μέχρι την Εθνική Αργεντινής. Εκτός από τον Σέρτζιο, οι πιο γνωστοί (που έπαιξαν για χρόνια με το εθνόσημο), ήταν ο περίφημος τερματοφύλακας Φιλιόλ, ο Μπερτόνι και ο Βίγια.

Τη σεζόν 1972-73 έπειτα από παρότρυνση του προπονητή Γκομέζ Ντε Φαρία, ο οποίος εργαζόταν στον ΠΑΣ Γιάννινα, ήρθε στην Ελλάδα και αγωνίστηκε στην ομάδα τής Καλαμάτας, που μόλις είχε ανέβει στην Α΄ Εθνική, για πρώτη φορά στην ιστορία της.

Αγωνίστηκε τρεις σεζόν στην Καλαμάτα βοηθώντας την να ανεβεί ξανά στην Α΄ Εθνική, από όπου υποβιβάστηκε. Αρχικά αγωνιζόταν ως αριστερό χαφ και διακρινόταν για την τεχνική του, την ικανότητά του να δίνει πάσες και να σκοράρει. Αυτή η εκπληκτική έφεση που είχε στο σκοράρισμα, «υποχρέωσαν» τον τότε προπονητή του να τον μεταθέσει στην επίθεση. Όταν η Καλαμάτα υποβιβάστηκε ξανά, πήγε για μια σεζόν στον Ατρόμητο Αθηνών, του οποίου ήταν πρώτος σκόρερ τη σεζόν 1975-76. Για δύο περιόδους έπαιξε στον ΠΑΣ Γιάννινα και για μια σεζόν στον Α.Ο. Καβάλα, όπου βρήκε τους παλιούς του συμπαίκτες από την Καλαμάτα, Βάλιαν και Μάνα.

Πήρε την ελληνική υπηκοότητα και από το 1979 έως το 1983 έπαιξε στον Παναιγιάλειο, με ένα διάλλειμα για μία σεζόν το 1981, όταν πήγε στην Προοδευτική και επέστρεψε πάλι. Με τη φανέλα τού Παναιγιάλειου σημείωσε 79 γκολ σε αγώνες πρωταθλήματος και περισσότερα από 85 συνολικά, όπως θυμάται ο ίδιος (με τα ματς κυπέλλου). Αγωνίστηκε ακόμη, από ένα χρόνο σε Λεβαδειακό και Ηλιούπολη. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα, δημιούργησε οικογένεια με Ελληνίδα σύζυγο και όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο εργάστηκε ως προπονητής σε τοπικά σωματεία.

Ξεχωριστός οικογενειάρχης

Ο Σέρτζιο Εσπινόζα έχει συμπληρώσει 41 χρόνια στην Ελλάδα, την οποία πλέον θεωρεί δεύτερη (ίσως και πρώτη) πατρίδα του. Άλλα τόσα - με διαφορά λίγων μηνών - είναι και τα χρόνια που βρίσκεται μαζί με την Ελληνίδα σύζυγό του, την κυρία Καίτη. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Εδρούλφο, γιατρό στο επάγγελμα και τη Σοφία – Αντζελίνα, δημοσιογράφο, η οποία εργάζεται (μαζί με τη μητέρα της) στην εφημερίδα «Θάρρος των Βοιωτών». Ιδρυτής (από το 2003) - ιδιοκτήτης – εκδότης και διευθυντής είναι ο Σέρτζιο Εσπινόζα! Η οικογένεια Εσπινόζα έζησε στη Λειβαδιά σχεδόν 20 χρόνια. Ακόμη και τώρα, που όλα τα μέλη της κατοικούν στην Αθήνα, αρκετές φορές μοιράζουν - και λόγω δουλειάς - το χρόνο τους μεταξύ των δύο πόλεων.

Βρήκαμε τον Σέρτζιο στο σπίτι του, στο κέντρο της Αθήνας και χάρηκε πολύ όταν του είπαμε ότι είμαστε από το Αίγιο. Με συγκίνηση άρχισε να ξετυλίγει το «κουβάρι των αναμνήσεων», θυμήθηκε με νοσταλγία τα χρόνια του στο Αίγιο και τον Παναιγιάλειο και αποθέωσε τους συμπαίκτες του σε εκείνη την πανίσχυρη, όπως την αποκαλεί, ομάδα.

«Πιστεύω πως οι περισσότεροι από τους παίκτες που συγκροτούσαν εκείνη την ομάδα αποτελούσαν πολυτέλεια για τη Β΄ Εθνική» μας λέει. «Δεν θα αναφερθώ σε ονόματα γιατί ίσως ξεχάσω κάποιους, παρά μόνο σε έναν, επειδή ήταν πιο νεαρός σε ηλικία και πάντα πίστευα πως κάποια στιγμή θα αγωνιστεί στην Α΄ Εθνική και θα κάνει σπουδαία καριέρα. Τον Κώστα Καραγιαννάκη. Δεν έγινε τελικά ποτέ αυτό το άλμα στην καριέρα του και προτίμησε να μείνει για πάντα στον Παναιγιάλειο. Δεν γνωρίζω γιατί, δεν ξέρω αν είχε κάποιες προτάσεις, ίσως να μην το επιδίωξε και ο ίδιος. Ήταν και διαφορετικά τα χρόνια τότε, οι μάνατζερ δεν έπαιζαν τόσο καθοριστικό ρόλο όπως γίνεται σήμερα. Πάντως και αυτό που θα πω το πιστεύω απόλυτα: Θεωρώ ότι ο Κώστας αν έπαιζε σήμερα, ίσως ήταν το αριστερό μπακ της Εθνικής. Δεν υστερούσε σε τίποτα από τον Χολέμπας για παράδειγμα, από τον οποίο, για μένα ήταν καλύτερος, έστω και αν το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει πολύ από τότε!».

«Έτσι με... έκλεψε ο Μπέλλας από τον Ολυμπιακό»

Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν πώς ξεκίνησε το «φλερτ» ανάμεσα στον Σέρτζιο Εσπινόζα και τον Παναιγιάλειο και ποιος ήταν ο άνθρωπος που τον έφερε στο Αίγιο. Γυρίζει το χρόνο 34 χρόνια πίσω και μας αποκαλύπτει:

«Μετά από μία πολύ καλή χρονιά με την Καβάλα (1978-79) στην Α΄ Εθνική, προκάλεσα το ενδιαφέρον του Ολυμπιακού. Πήγα στα γραφεία της ομάδας στο Πασαλιμάνι και εκεί μου είπαν ότι με προόριζαν για δεξί μπακ και όχι για επιθετικό που ήταν η φυσική μου θέση. Σε αυτό, έπαιξε ρόλο το γεγονός πως με την Καβάλα είχα παίξει μερικά παιχνίδια σαν λίμπερο και δεξί μπακ και μάλιστα κόντρα στον Ηρακλή είχα «σβήσει» τον μεγάλο Χατζηπαναγή. Δίστασα γιατί δεν ήξερα αν μπορούσα να τα καταφέρω. Σε όλη μου τη ζωή επιθετικός ήμουν. Είχα κλείσει και τα 31, δεν ήμουν μικρός. Αφήσαμε το θέμα ανοιχτό, αλλά με πολύ μικρές πιθανότητες να συμφωνήσουμε.

Κατεβαίνοντας τη σκάλα για να φύγω, με περίμενε ένας κύριος, ο οποίος με πλησίασε και μου είπε: «Κύριε Εσπινόζα θέλετε να έρθετε να παίξετε στην ομάδα τού χωριού μου; Είμαστε στη Β΄ Εθνική αλλά μπορούμε να ανέβουμε». Αιφνιδιάστηκα, εμφανίστηκε από το πουθενά σαν να με... παρακολουθούσε. Πήγαμε κάπου και μιλήσαμε για αρκετή ώρα. Κατάλαβα ότι είπε χωριό χαριτολογώντας, αφού το Αίγιο το ήξερα, όπως ήξερα φυσικά και τον Παναιγιάλειο. Ναι, ήταν ο Αστέριος Μπέλλας. Με έπεισε και το ίδιο βράδυ ήμουν σε δωμάτιο ξενοδοχείου σε ένα ωραίο παραλιακό μέρος του Αιγίου. Νομίζω Σελιανίτικα το έλεγαν. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιράνθρωπους που γνώρισα ποτέ. Πανέξυπνος, διορατικός, πρωτοπόρος σε όλα. Και κύριος απέναντί μου όσο έμεινα στο Αίγιο. Στα πάντα. Αργότερα έμαθα ότι το Αίγιο δεν ήταν καν το "χωριό" του, από το Βόλο ήταν η καταγωγή του και έμενε στην Αθήνα! Ήταν όμως παθιασμένος με τον Παναιγιάλειο. Αυτή η ομάδα ήταν όλη η ζωή του».

«Κυνηγούσαν τον Παναιγιάλειο!»

Πολλές φορές οι Αιγιώτες έχουν εκφράσει παράπονα για άνιση μεταχείριση του ΠΓΣ σε σχέση με άλλες ομάδες. Από την εποχή τής επταετίας ξεκίνησε αυτό το φαινόμενο (πολλές οι μαρτυρίες αλλά και τα παραδείγματα) και συνεχίστηκε (ή συνεχίζεται ακόμη;) για πολλά χρόνια. Υπερβολή ίσως για τους ουδέτερους, πραγματικότητα για όλους όσοι έζησαν πρόσωπα και καταστάσεις.

«Ήταν κάτι που διαπίστωσα από τους πρώτους μήνες τής παρουσίας μου στην ομάδα. Την ένιωσα στο πετσί μου, που λένε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί συνέβαινε αυτό, από τους διαιτητές, το κατεστημένο, από όλους. Δεν βλέπαμε… φαντάσματα, ήταν πραγματικότητα. Από τότε το έλεγα, το υποστηρίζω και σήμερα. Δεν είχα λόγους να το επαναλάβω μετά από 30 χρόνια αν δεν ήταν αλήθεια. Τουλάχιστον μία χρονιά, μας στέρησαν την άνοδο στην Α΄ Εθνική» μας λέει με παράπονο ο Σέρτζιο και προσθέτει: «Αλλά όπως φαίνεται, δεν είχαν θέμα με τον Παναιγιάλειο μόνο εκείνα τα χρόνια. Είναι κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όλοι γνωρίζουν πώς τον «έριξαν» το 2002 – αν θυμάμαι καλά – από τη Β΄ στη Δ΄ Εθνική, μέσα σε μία νύχτα. Αλλά για να τα λέμε όλα, η χρόνια διαμάχη μεταξύ παραγόντων στο Αίγιο έχει παίξει και αυτή το ρόλο της που η ομάδα βρέθηκε για χρόνια στην αφάνεια. Κυρίως μεταξύ Αιγιωτών και Αθηναίων, αλλά όχι μόνο».

Ο Εσπινόζα θυμάται πολλά, αλλά δεν θέλει να… ξύσει πληγές. Προτιμά να αναφερθεί μόνο σε ανθρώπους που έδωσαν τα πάντα για τον Παναιγιάλειο και να μη μιλήσει για εκείνους που τον πολεμούσαν. «Ένας υπέροχος άνθρωπος που λάτρευε την ομάδα ήταν ο Καλλιμάνης. Οι αδελφοί Τριανταφύλλου επίσης, που ζούσαν και ανέπνεαν για τον Παναιγιάλειο και διέθεσαν πολλά χρήματα, ο Ροδόπουλος, ο Γεωργίου και αρκετοί ακόμη που δεν μπορώ να θυμηθώ. Πέρασαν πολλά χρόνια, μία ολόκληρη ζωή».

Επέστρεψε σαν προπονητής

Μερικά χρόνια μετά το τέλος τής καριέρας του και συγκεκριμένα το 1994, επέστρεψε στον Παναιγιάλειο σαν προπονητής. Η ομάδα ήταν στη Δ΄ Εθνική με πρόεδρο τον Θανάση Γεωργίου και γινόταν μία μεγάλη προσπάθεια για να ανακάμψει. «Δεν έμεινα πολύ, μόνο για λίγους μήνες. Αρρώστησα και παρέμεινα αρκετό διάστημα για νοσηλεία στην Αθήνα και στη θέση μου συνέχισε ο Μάκης Λιάτος. Ο Μάκης ήταν ο μόνος από τους παλιούς μου συμπαίκτες στον Παναιγιάλειο, με τον οποίο μίλησα 1-2 φορές στο τηλέφωνο. Δυστυχώς χαθήκαμε. Τώρα που μου δίνεται η ευκαιρία, θα ήθελα να τους στείλω την αγάπη μου και να τους πω ότι ποτέ δεν ξέχασα τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε. Ο Παναιγιάλειος σημάδεψε τη ζωή μου, όχι μόνο την καριέρα μου. Τα παιδιά μου από το Αίγιο και από αυτό το γήπεδο έχουν τις πρώτες αναμνήσεις τους».

Η ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο συνεχίστηκε για μερικά χρόνια ακόμη, και το 2003 ίδρυσε την εφημερίδα «Θάρρος των Βοιωτών» . Διετέλεσε προπονητής στη Μικτή Βοιωτίας (είχε παίκτη το Γιάννη Γκούμα, το σημερινό μέσο του ΠΓΣ), σε ερασιτεχνικές κυρίως ομάδες και μεταξύ άλλων ανέβασε στη Δ΄ Εθνική τον Λήλαντα Βασιλικού και τα Λεύκτρα, αλλά και τον Ορφέα Αλεξανδρούπολης από τη Δ΄ στη Γ΄ Εθνική. Πριν από πολλά χρόνια ήρθε στην περιοχή μας, στην Πάτρα συγκεκριμένα, όταν βραβεύτηκε από την εφημερίδα «ΠΑΤΡΑ ΣΠΟΡ». Θυμάται ότι από το καράβι διέκρινε το όνομά του γραμμένο σε ένα βράχο, κοντά στην Παναγία Τρυπητή! «Ήταν κάτι που με συγκίνησε. Κάποιοι άνθρωποι δεν με είχαν ξεχάσει», μας λέει.

Πάθος για την Ελλάδα!

Ο Σέρτζιο Εσπινόζα είναι Ελληνολάτρης. Λατρεύει αυτή τη χώρα και κάθε τι ελληνικό. Η επιλογή τού ίδιου και της οικογένειάς του για μόνιμη παραμονή στην Ελλάδα ήταν πολύ εύκολη απόφαση. Όπως μας λέει η Σοφία Αντζελίνα: «Αγαπάει με πάθος την Ελλάδα! Για εκείνη μάς μιλά συνέχεια! Όλο κάτι νέο διαβάζει… ψάχνει, αναζητά να μάθει κάτι καινούριο σχετικά με τον Ελληνικό Πολιτισμό, τα αρχαία μνημεία και έρχεται και μας το ανακοινώνει. Ούτε ξέρω πού τα εντοπίζει!».

Κλείνοντας αυτή τη συνέντευξη, μας υποσχέθηκε πως σύντομα θα έρθει στο Αίγιο για να παρακολουθήσει από κοντά αγώνα τού Παναιγιαλείου. Δεν του δόθηκε η ευκαιρία εδώ και πολλά χρόνια να το κάνει, αλλά αυτή τη φορά… δεσμεύτηκε.

Ο κόσμος τού Παναιγιαλείου, Σέρτζιο Εσπινόζα, δεν ξεχνάει όσους πρόσφεραν σε αυτή την ομάδα. Να είσαι βέβαιος και θα το διαπιστώσεις όταν – με το καλό – πατήσεις το πόδι σου ξανά σε αυτό το γήπεδο που κάποτε ήταν το δεύτερο σπίτι σου. Σε περιμένουμε!

* (O Σέρτζιο Εσπινόζα παραχώρησε τη συνέντευξη στο Θεόδωρο Παπαναστασόπουλο)

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Facebook
Instagram
Twitter
Youtube